διακορής

διακορής
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακορής — διακορής, ές (Α) 1. ο υπερβολικά κεκορεσμένος 2. ο υπερβολικά γεμάτος 3. ο υπερβολικά χορτάτος, υπερχορτασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + κορής < κόρος] …   Dictionary of Greek

  • διακορῆ — διακορής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διακορής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) διακορής masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακορές — διακορής masc/fem voc sg διακορής neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακορεῖ — διακορέω pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) διακορέω pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) διακορής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) διακορής masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακορεῖς — διακορέω pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) διακορής masc/fem acc pl διακορής masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκορος — διάκορος, ον (Α) 1. ο διακορής 2. αρκετός 3. διάβροχος, καταμουσκεμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + κόρος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.